Του Κώστα Ράπτη
Προς τα πού "πυροβόλησαν” τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα; Προς τη Σαουδική Αραβία, προς το Ιράν ή προς τη Ρωσία; Όπως και αν έχει, η απόφαση των Εμιράτων να αποχωρήσουν την 1η Μαϊου από τον OPEC (άρα και τον OPEC+) αποτελεί μείζονα ανατροπή στο διεθνές σκηνικό.
Ο Οργανισμός Πετρελαιο-Εξαγωγικών Χωρών ιδρύθηκε το 1960. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κατέστησαν μέλος τους το 1967, πριν καν την ολοκλήρωση της ανεξαρτητοποίησής τους. Αποχωρήσεις κρατών-μελών ο OPEC έχει γνωρίσει και το παρελθόν: η Ινδονησία ανέστειλε τη συμμετοχή της το 2016, καθώς οι πετρελαϊκές εισαγωγές της υπερέβαιναν πλέον τις εξαγωγές. Το Κατάρ αποχώρησε το 2019 και η Αγκόλα το 2023. Τίποτε από όλα αυτά όμως δεν κατέγραψε τον αντίκτυπο που προορίζεται να έχει η απόφαση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, τέταρτου μεγαλύτερου παραγωγού παγκοσμίως και τρίτου εντός του καρτέλ.
Η ικανότητα του OPEC, στον οποίο εμφανώς δεσπόζει η Σαουδική Αραβία (συνεπώς και του OPEC+ στον οποίο προστίθεται η Ρωσία), να ελέγχει τις τιμές, στηρίζεται στη συμμόρφωση των Εμιράτων προς τις συλλογικά αποφασισμένες ποσοστώσεις. Στο Άμπου Ντάμπι αντιστοιχούν 3 εκατ. βαρέλια ημερησίως, όριο το οποίο διαχρονικώς επιδιώκει να ξεπεράσει, καθώς η παραγωγική του δυνατότητα είναι μεγαλύτερη των 4 εκατ. βαρελιών.
Κίνητρα αποδέσμευσης από αυτόν τον "κορσέ” τα Εμιράτα είχαν θεωρητικώς εδώ και καιρό. Χρειάστηκαν ωστόσο δύο πόλεμοι για να καταστεί η έξοδος εφικτή. Ο πρώτος είναι αυτός που εμφανώς διεξάγεται από τις 28 Φεβρουαρίου εναντίον του Ιράν, με πρωτοβουλία του Ισραήλ και των ΗΠΑ και με τα Εμιράτα σε ρόλο του θερμότερου συμμάχου των επιτιθεμένων αλλά και του πρώτου θύματος των ιρανικών αντιμέτρων. Το αν η παραγωγή του ενός ή του άλλου μέλους του OPEC θα συμμορφώνεται προς τις ποσοστώσεις είναι τη στιγμή αυτή μια φιλολογική συζήτηση, όταν το ένα πέμπτο του από θαλάσσης διακινούμενου διεθνώς πετρελαίου δεν δύναται να περάσει τα Στενά του Ορμούζ.