Του Τάσου Δασόπουλου
"Η αβεβαιότητα επέστρεψε" τόνισε πρόσφατα η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, αναφερόμενη στις τελευταίες πιέσεις του Προέδρου Τραμπ και τις απειλές για νέους δασμούς προς την ΕΕ, με αφορμή το θέμα της Γροιλανδίας.
Ο κ. Τράμπ ανακοίνωσε νέους δασμούς για τα οκτώ κράτη (7 κράτη μέλη της ΕΕ και τη Μ. Βρετανία), τα οποία αντέδρασαν στην πρόθεσή του να "ενσωματώσει" τη Γροιλανδία με συνοπτικές διαδικασίες, απειλώντας έτσι ακόμη και τη δομή και τη σκοπιμότητα του ΝΑΤΟ. Μέσα σε λίγες μέρες, ο Αμερικανός Πρόεδρος, τα πήρε όλα πίσω από το Νταβός της Ελβετίας, αφήνοντας, όμως, μια έντονη αίσθηση αβεβαιότητας για τις παραπέρα σχέσεις μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ.
Η ΕΚΤ, ως θεσμικός παράγοντας του κοινού νομίσματος παρατηρεί με ιδιαίτερη επιμέλεια την κατάσταση, προκειμένου να είναι έτοιμη να δράσει, διατηρώντας προς το παρόν μια ψύχραιμη στάση. Άλλωστε, πριν οριστικοποιηθεί η κατάσταση με τη Γροιλανδία και διαμορφωθούν ενδεχομένως νέες εμπορικές σχέσεις μεταξύ της Ευρώπης και των ΗΠΑ έχει να παρακολουθήσει και την πορεία της Fed. Είναι δεδομένο ότι η Κεντρική Τράπεζα του δολαρίου, μετά την αλλαγή ηγεσίας που αναμένεται τον Μάρτιο, θα γίνει πιο επιθετική στη μείωση επιτοκίων, με την άλλη πλευρά του Ατλαντικού να μιλάει για μείωση τουλάχιστον 1% μέσα στο 2026, από το 3,75% που είναι σήμερα.
Η ηγεσία της ΕΚΤ δηλώνει σε κάθε ευκαιρία ότι προς το παρόν, όλοι θεωρούν ότι η "ουδέτερη" νομισματική πολιτική (δηλαδή τα επιτόκια στο 2% με τον πληθωρισμό επίσης στο 2%) είναι η ενδεδειγμένη. Τούτο, χωρίς κανένας, με πρώτη την ίδια την κ. Λαγκάρντ, να αποκλείει μια κίνηση προς τα πάνω ή προς τα κάτω, ανάλογα με το αν οι συνθήκες το απαιτήσουν. Η ευελιξία που θέλει να εμφανίζει η ΕΚΤ θέλει να πείσει τις αγορές ότι παρακολουθεί τις εξελίξεις και δεν θα αιφνιδιαστεί, παρά την υποχώρηση του πληθωρισμού κοντά στο στόχο του 2%. Τούτο διότι οι δασμοί μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά και την πορεία της οικονομίας και τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης.