Οι πρόσφατες ειρωνικές δηλώσεις του Αλβανού πρωθυπουργού Έντι Ράμα εις βάρος της Ελλάδας και των Ελλήνων –και κυρίως η εξίσου ειρωνική «ανασκευή» τους– δεν αποτελούν ούτε παρεξήγηση, ούτε ατυχή επικοινωνιακή στιγμή. Εντάσσονται σε ένα σταθερό πολιτικό μοτίβο, στο οποίο η προκλητική ρητορική υποκαθιστά τη σοβαρή πολιτική και ο ανθελληνισμός αξιοποιείται ως εργαλείο εσωτερικής κατανάλωσης.
Του Αντώνη Μπέζα (*)
Η ειρωνεία, όταν προέρχεται από πρωθυπουργό, δεν είναι «χιούμορ». Είναιμήνυμα ισχύος ή – ακριβέστερα- υποκατάστατό της. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση του κ. Ράμα, η ειρωνεία λειτουργεί ως αντιστάθμισμα μιας πραγματικότητας που δύσκολα διαψεύδεται: η Αλβανία εξαρτάται οικονομικά, κοινωνικά και θεσμικά σε κρίσιμο βαθμό από τις σχέσεις της με την Ελλάδα.
Τα στοιχεία είναι αμείλικτα. Τα εμβάσματα των Αλβανών μεταναστών αντιστοιχούν περίπου στο 8–10% του ΑΕΠ της χώρας και αποτελούν βασικό μηχανισμό κάλυψης του εμπορικού της ελλείμματος. Περίπου το ένα τέταρτο των αλβανικών νοικοκυριών εξαρτάται άμεσα από αυτά, ενώ σχεδόν το 40% των συνολικών εμβασμάτων προέρχεται από Αλβανούς που εργάζονται στην Ελλάδα. Παράλληλα, η Ελλάδα απορροφά περίπου το 10% των αλβανικών εξαγωγών και λειτουργεί ως βασικός οικονομικός και ευρωπαϊκός διαμεσολαβητής της γειτονικής χώρας.
Κι όμως, αυτή η εξάρτηση ουδέποτε μεταφράστηκε από τις κυβερνήσεις Ράμα με διάθεση σεβασμού και ειλικρινούς φιλίας και συνεργασίας. Αντιθέτως, συνοδεύτηκε από συστηματικές πιέσεις κατά της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας: δημεύσεις περιουσιών, θεσμικός αποκλεισμός, επιλεκτική εφαρμογή του κράτους δικαίου, ακόμη και άσκηση βίας.