"Δεν έχουμε πόλεμο, αλλά δεν έχουμε ακριβώς και ειρήνη". Η φράση που έχουν ξεστομίσει αρκετοί Γερμανοί πολιτικοί τους τελευταίους μήνες αντικατοπτρίζει παραστατικά την ένταση στη σχέση Βερολίνου-Μόσχας, που την περασμένη εβδομάδα "αναβαθμίστηκε" κατά μερικές ακόμα βαθμίδες.
Οι σφοδρές ρωσικές επιθέσεις προς το Κίεβο και οι προειδοποιήσεις του Κρεμλίνου προς πολίτες τρίτων χωρών, ακόμα και υπαλλήλους πρεσβειών να εγκαταλείψουν τη χώρα οδήγησαν σε μια σκληρή απάντηση του Βερολίνου με το υπουργείο Εξωτερικών να καλεί τον Ρώσο πρέσβη να δώσει εξηγήσεις.
Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι οι σχέσεις των δύο χωρών βρίσκονται πλέον στο χειρότερο σημείο τους εδώ και δεκαετίες. Αυτό δεν είναι άσχετο με τη στάση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Εδώ και καιρό έχει συμβεί αυτό που πολλοί απεύχονταν: "Ο Τραμπ δείχνει να έχει χάσει το ενδιαφέρον του για την Ουκρανία". Ο Αμερικανός πρόεδρος, που έλεγε ότι θα τελειώσει αυτόν τον πόλεμο σε μια ημέρα, έχει ουσιαστικά σταματήσει να ασχολείται, εγκλωβισμένος τώρα σε ένα άλλο πολεμικό αδιέξοδο, αυτό του Ιράν.
Το αποτέλεσμα είναι ο Πούτιν να νιώθει ότι έχει πράσινο φως για να εντείνει τις επιθέσεις στο Κίεβο. Για τη Γερμανία αυτό που προκύπτει είναι η ανάγκη περαιτέρω στήριξης της Ουκρανίας, έστω και υπό το αδιάφορο βλέμμα της Ουάσινγκτον. Η προσπάθεια του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς να πείσει τους εταίρους του στην ΕΕ να εγκρίνουν μια ειδική σχέση σύνδεσης με το Κίεβο είναι χαρακτηριστική, όπως και οι διαβεβαιώσεις Γερμανών υπουργών για τη συνέχιση της βοήθειας προς την αμυνόμενη χώρα.
Στροφή, ρήξη, επιμονή
Αυτό που ξεκίνησε ως στροφή της αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής ήδη από την εποχή διακυβέρνησης του σοσιαλδημοκράτη Όλαφ Σολτς το 2022, τότε ακόμα με ύστατες προσπάθειες διατήρησης ανοικτών διαύλων με τη Μόσχα, έχει πλέον μετατραπεί σε ταυτοτικό ζήτημα της εξωτερικής πολιτικής του σημερινού Χριστιανοδημοκράτη καγκελάριου.