Του Κώστα Ράπτη
Η αρχή έγινε το 2002 (ενόσω ακόμη η Δύση διήνυε "μήνα μέλιτος" με τον νέο τότε πρόεδρο της Ρωσίας, Βλαντίμιρ Πούτιν), οπότε οι ΗΠΑ αποσύρθηκαν μονομερώς από την Αντιβαλλιστική Συνθήκη (ΑΒΜ) του 1972, ώστε να αναπτύξουν την "αντιπυραυλική ασπίδα" τους στην ανατολική Ευρώπη, με την επίκληση του... ιρανικού κινδύνου.
Η συνέχεια δόθηκε το 2019, με την απόσυρση των ΗΠΑ από τη Συνθήκη περί των Πυρηνικών Δυνάμεων Μέσου Βεληνεκούς (IMF), υπογραφείσα το 1987 από τους Ρόναλντ Ρίγκαν και Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, εν μέσω αμερικανικών καταγγελιών για παραβίασή της από τη ρωσική πλευρά.
Και η πορεία σταδιακής κατάλυσης όλου του πλαισίου ελέγχου των πυρηνικών εξοπλισμών, το οποίο είχε επίπονα οικοδομηθεί τις δεκαετίες μετά την Κρίση των Πυραύλων της Κούβας το 1962, έφθασε στην κορύφωσή της την Πέμπτη με την εκπνοή της συνθήκης New START, τελευταίας εναπομείνασας από το μεταψυχροπολεμικό οικοδόμημα αποφυγής μιας "κούρσας των εξοπλισμών".
Ήταν μια πορεία σχεδόν προδιαγεγραμμένη από το 2023, όταν η Ρωσία αποδεσμεύθηκε από τη συνθήκη, ανακοινώνοντας ταυτόχρονα ότι θα συνεχίσει μονομερώς να τηρεί τους αριθμητικούς περιορισμούς που αυτή έθετε στο οπλοστάσιό της.