Ήταν μια εκλογή που όλοι είχαν προβλέψει ότι θα έχει αμφίρροπο αποτέλεσμα, αφού μέχρι και την τελευταία στιγμή πολλοί Πορτογάλοι δήλωναν αναποφάσιστοι για το ποιον θα επιλέξουν για Πρόεδρο της Δημοκρατίας για τα επόμενα πέντε χρόνια. Αυτό που είχε διαφανεί, ωστόσο, ήταν ότι ο ηγέτης του ακροδεξιού κόμματος Chega, Αντρέ Βεντούρα, θα ήταν μέσα στους δύο πρώτους.
Η επιλογή του να κατέβει υποψήφιος ήταν μια προσπάθεια να συσπειρώσει ακριβώς αναποφάσιστους και δυσαρεστημένους ψηφοφόρους και να στείλει ένα μήνυμα ισχύος. Οι εποχές που οι δημοκράτες στη χώρα καμάρωναν για το γεγονός ότι η κρίση και ο ερχομός της Τρόικας πέρασαν χωρίς να τροφοδοτήσουν την Ακροδεξιά έχουν περάσει προ πολλού. Το Chega, με ξενοφοβική και αντιευρωπαϊκή ρητορική, έχει πλέον παγιωθεί ως μια υπολογίσιμη πολιτική δύναμη με ποσοστά πάνω από το 20%.
Μια γενικότερη δυσαρέσκεια
Αυτό επιβεβαιώθηκε και την περασμένη Κυριακή. Ο Αντρέ Βεντούρα πέρασε με άνεση στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών με ποσοστό 23,5%. Απέναντί του θα βρει τον σοσιαλιστή Αντόνιο Ζοζέ Σεγκούρο, ο οποίος συγκέντρωσε ποσοστό 31%, κατεβαίνοντας όμως ως ανεξάρτητος υποψήφιος και όχι ως επίσημος υποψήφιος του Σοσιαλιστικού Κόμματος.
Είναι κι αυτό ένα δείγμα της δυσαρέσκειας των πολιτών απέναντι στο παραδοσιακό πολιτικό σύστημα, όπως και το γεγονός ότι ο υποψήφιος που στηρίχτηκε από τα κόμματα της κεντροδεξιάς κυβέρνησης, ο Λουίς Μάρκες Μέντες, πήρε μόλις 11% και κατέλαβε μόλις την πέμπτη θέση. Για τον πρωθυπουργό Λουίς Μοντενέγκρο από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, όπως αποκαλείται η κεντροδεξιά στην Πορτογαλία, ο οποίος ενεπλάκη ενεργά στον προεκλογικό αγώνα, το μήνυμα ήταν σαφές.