Του Κώστα Ράπτη
Οι Αμερικανοί πολίτες το έχουν πάρει απόφαση – καίτοι διαφωνούν. Σχεδόν το 65% των ερωτηθέντων σε δημοσκόπηση του Reuters/Ipsos πιστεύει ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ θα διατάξει ευρείας κλίμακας χερσαία επίθεση στο Ιράν, όμως μόνο το 7% στηρίζει αυτήν την ιδέα.
Το πρακτορείο Reuters μετέδωσε την Τετάρτη ότι η κυβέρνηση Τραμπ εξέταζε το ενδεχόμενο να αναπτύξει χιλιάδες Αμερικανούς στρατιώτες για να στηρίξουν τις επιχειρήσεις της στη Μέση Ανατολή. Αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να εγγυηθούν την ασφαλή διέλευση των δεξαμενόπλοιων από τα Στενά του Χορμούζ και μια πιθανότητα θα ήταν η απόβαση στρατιωτών στα παράλια του Ιράν. Η κυβέρνηση συζητούσε επίσης την αποστολή χερσαίων δυνάμεων στο νησί Χαργκ του Ιράν, απ’ όπου εξάγεται το 90% του πετρελαίου της χώρας.
Πολιτικά, η στάση των πολιτών ακολουθεί σαφώς κομματικές διαχωριστικές γραμμές. Οι Ρεπουμπλικάνοι ψηφοφόροι φέρονται να εγκρίνουν τα πλήγματα στο Ιράν σε ποσοστό 77%, έναντι μόλις 6% των Δημοκρατικών και 28% των ανεξάρτητων ψηφοφόρων, με αποτέλεσμα ο εθνικός μέσος όρος να διαμορφώνεται περί το 37%.
Αλλά τα μεγάλα ερωτήματα με τα οποία βρίσκεται αντιμέτωπος ο Τραμπ δεν είναι τόσο τα πολιτικά, όσο τα επιχειρησιακά. Από τη μία πλευρά, κάθε μέρα που περνά με τα Στενά του Oρμούζ πρακτικώς αποκλεισμένα αποτελεί πλήγμα στο προσωπικό του κύρος, αλλά και την αξιοπιστία της υπερδύναμης. Από την άλλη πλευρά, η καθυπόταξη μιας χώρας με ακτογραμμή 3.000 χιλιομέτρων και αρραγή, με βάση τις έως τώρα ενδείξεις, την πολιτειακή και στρατιωτική της συνοχή δεν είναι διόλου εύκολη υπόθεση. Υπενθυμίζεται ότι η εισβολή στο Ιράκ το 2003 ενέπλεξε, έπειτα από πολλούς μήνες προετοιμασίας, 295.000 Αμερικανούς στρατιώτες, 45.000 Βρετανούς, 2.000 Αυστραλούς και μικρότερες δυνάμεις από άλλες χώρες, με τον τότε αντίπαλο να δρα σε ευνοϊκότερο για τους εισβολείς φυσικό ανάγλυφο από το ιρανικό, διαθέτοντας μικρότερο και λιγότερο αξιόμαχο στρατό.