Του Κώστα Ράπτη
Η ανάρτηση του Ντόναλντ Τραμπ στο Truth Social μετά τη συνάντησή του με τον Σι Τζινπίνγκ στο Μπουσάν της Νότιας Κορέας ήταν λακωνική, αλλά ενθουσιώδης: "H G2 θα συνεδριάσει συντόμως!”. Με άλλα λόγια, η ομάδα των δύο σημαντικότερων οικονομιών του πλανήτη, θα ενεργεί στο εξής συντονισμένα, όπως αποδεικνύει το γεγονός ότι η αρχική συμφωνία που επιτεύχθηκε στο Μπουσάν δρομολογεί ανταλλαγές επισκέψεων μεταξύ των ηγετών ΗΠΑ και Κίνας. Και όλα αυτά, μετά από πολύμηνο κλιμακούμενο εμπορικό και τεχνολογικό πόλεμο που οδήγησε προς στιγμήν τους εκατέρωθεν δασμούς στα εξωφρενικά επίπεδα του 125%-145%.
Ήδη, οι περισσότερο αισιόδοξοι αναλυτές (όπως λ.χ. ο καθηγητής του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ, Tim Harcourt, τον οποίο παραθέτει το BBC) κάνουν λόγο για "επανεκκίνηση της παγκοσμιοποίησης στην μεταπανδημική εποχή”.
Φρονιμότερο θα ήταν να τοποθετηθεί κανείς περισσότερο συγκρατημένα. Τόσο συγκρατημένα, όσο η σχετική ανακοίνωση του Πεκίνου, η οποία έκανε λόγο απλώς για επίτευξη συναίνεσης στην ρύθμιση "μειζόνων εμπορικών ζητημάτων”.
Ο Ιταλός σινολόγος Francesco Sisci, διευθυντής του Appia Institute, υπολογίζει ότι η συνάντηση του Μπουσάν ήταν η εικοστή ανάμεσα σε έναν πρόεδρο των ΗΠΑ και έναν ηγέτη της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, μετά από την καταλυτική εκείνη των Ρίτσαρντ Νίξον και Μάο Τσετούνγκ το 1972. Ήταν όμως, υποστηρίζει ο ίδιος, η πρώτη στην οποία η κινεζική πλευρά προσερχόταν με στρατηγικό πλεονέκτημα: αυτό το οποίο έδινε στον Σι η αξιοποίηση του "χαρτιού” των σπανίων γαιών (των οποίων η Κίνα ελέγχει το 90% της επεξεργασίας διεθνώς) και δευτερευόντως του περιορισμού των εισαγωγών σόγιας, ο οποίος πλήττει την αγροτική εκλογική βάση του Τραμπ. Πρόκειται οπωσδήποτε για τομή – και για παράδειγμα προς τρίτους.