Του Κώστα Ράπτη
Μετά τη συνάντηση στο Ομάν τι; Η πραγματοποίηση των ιρανο-αμερικανικών συνομιλιών στο Ομάν προσφέρει έδωσε συγκρατημένη αισιοδοξία σε μία κατάσταση, η οποία κατά βάθος παραμένει αδιέξοδη.
Μόνο η πραγματοποίηση τυχόν δεύτερης συνάντησης θα επιβεβαιώσει ότι όντως άνοιξε ένας δρόμος για τη διπλωματία και δεν αποτελούν όσα παρακολουθούμε απλώς χορογραφία εξαγοράς χρόνου για τη δικαιολόγηση προειλημμένων αποφάσεων και τη συγκέντρωση στην περιοχή των μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων που απαιτούνται για ένα πλήγμα στο Ιράν.
Προς το παρόν η ιρανική πλευρά είχε την ικανοποίηση να υπαγορεύσει τον τόπο, τη σύνθεση, τη διαδικασία και την περιορισμένη ατζέντα που επιθυμούσε, αποτρέποντας μία πολυμερή συνάντηση στην Κωνσταντινούπολη, όπως είχε αρχικά προταθεί, η οποία θα καταπιανόταν, πέραν του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, και με τη διευρυμένη θεματολογία που επιδιώκουν οι ΗΠΑ (και ακόμη περισσότερο το Ισραήλ), ήτοι το βαλλιστικό οπλοστάσιο και την "περιφερειακή συμπεριφορά" (στήριξη προς τη Χεζμπολλάχ κ.τ.λ.) της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Ακόμη και έτσι, όμως, η υπό τον υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί ιρανική αντιπροσωπεία συγκατατέθηκε, προς καθησυχασμό προφανώς των πλέον σκληροπυρηνικών της Τεχεράνης, σε συνομιλίες όχι άμεσες, αλλά εκ του σύνεγγυς, δηλ. με τον φιλοξενούντα υπουργό Εξωτερικών του Ομάν να μεταφέρει τις θέσεις της μίας πλευράς στην άλλη.
Παρά ταύτα, οι συνομιλίες διήρκεσαν οκτώ ώρες – και μάλιστα με συμπερίληψη στην υπό τον Στιβ Ουίτκοφ αμερικανική αντιπροσωπεία του προεδρικού γαμπρού Τζάρεντ Κούσνερ και του Μπραντ Κούπερ, επικεφαλής της CENTCOM (της διακλαδικής Κεντρικής Διοίκησης των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων με χώρο ευθύνης τη Μέση Ανατολή). Αν το τελευταίο υπήρξε κίνηση εκφοβισμού, δεν μοιάζει να εντυπωσίασε τους Ιρανούς ιθύνοντες, οι οποίοι έμειναν σταθεροί στη θέση ότι ο μεν εμπλουτισμός ουρανίου αποτελεί κυριαρχικό δικαίωμά τους (όσο και αν θα μπορούσε να τεθεί υπό διεθνείς περιορισμούς), το δε συμβατικό οπλοστάσιο της χώρας βρίσκεται παντελώς εκτός συζήτησης.