Του Κώστα Ράπτη
Μεταξύ των ιθυνόντων του Ισραήλ επικρατεί προβληματισμός: Ποτέ άλλοτε η προοπτική ομαλοποίησης των σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία δεν έμοιαζε περισσότερο μακρινή.
Η ρητορική που εκπέμπεται από το Ριάντ βρίσκεται στους αντίποδες του πνεύματος που επικρατούσε λ.χ. το 2015 όταν ο ισχυρός άνδρας της Σαουδικής Αραβίας, πρίγκηπας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν συνέχαιρε τηλεγραφικώς τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Βενιαμίν Νετανιάχου για τις προσπάθειές του να αποτρέψει μια συμφωνία ΗΠΑ και Ιράν για το πυρηνικό πρόγραμμα του τελευταίου.
Βέβαια, η επανασυμφιλίωση της Σαουδικής Αραβίας με το Ιράν την άνοιξη του 2023, κατόπιν κινεζικής μεσολαβήσεως, άλλαξε την περιφερειακή δυναμική. Η δε ανάφλεξη του παλαιστινιακού ζητήματος τον Οκτώβριο του ίδιου έτους πάγωσε κάθε σκέψη για προσχώρηση του Ριάντ στις "Συμφωνίες του Αβραάμ”.
Σε αυτά ήρθε να προστεθεί τις τελευταίες εβδομάδες η ανοιχτή πλέον αντιπαράθεση της Σαουδικής Αραβίας με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα λόγω της κατάστασης στην Υεμένη. Οι δύο δυνάμεις που άλλοτε συμπολεμούσαν εναντίον των Χούθι βρέθηκαν να συγκρούονται, αφότου τα ΗΑΕ αποφάσισαν να "κατοχυρώσουν τα κέρδη τους", ήτοι τον έλεγχο κρίσιμων λιμένων στον νότο της Υεμένης, καθώς και της νήσου Σοκότρα που ελέγχει το πέρασμα στον Ινδικό Ωκεανό, στηρίζοντας το νοτιοϋεμενικό αποσχιστικό κίνημα εις βάρος της αναγνωρισμένης (διεθνώς και από το Ριάντ) εξόριστης κυβέρνησης. Η εσπευσμένη αποχώρηση των Εμιρατιανών από την υεμενική επικράτεια μετά από σαουδαραβικά στρατιωτικά πλήγματα στα τέλη Δεκεμβρίου, έφερε στο φως, προς διεθνή έκπληξη, την σύγκρουση αυτή σε όλη της την ένταση.