Το 1976, ο Ζαν-Ζακ Μουγιέμπε, ένας νεαρός επιδημιολόγος από το Κονγκό, στάλθηκε να διερευνήσει μια μυστηριώδη ασθένεια που είχε εμφανιστεί στο τροπικό δάσος κοντά σε μια καθολική ιεραποστολή στο τότε Ζαΐρ. Φτάνοντας στο απομονωμένο χωριό Γιαμπούκου, κοντά στον ποταμό Έμπολα, βρέθηκε μπροστά σε μια εικόνα τρόμου: άνθρωποι πέθαιναν ο ένας μετά τον άλλον από πυρετό, αιμορραγίες και πολυοργανική ανεπάρκεια.
Ο Μουγιέμπε, γιος αγροτών ο οποίος είχε διδακτορικό στην ιολογία, θυμάται πως το χωριό ήταν έρημο, "σαν να μην κατοικούσε κανείς εκεί". Οι περισσότεροι νοσηλευτές του ιεραποστολικού νοσοκομείου είχαν προσβληθεί από τη μυστηριώδη νόσο και είχαν πεθάνει. Όλοι οι ασθενείς είχαν φύγει, εκτός από μια μητέρα και το παιδί της. Το παιδί πέθανε εκείνο το βράδυ.
Το επόμενο πρωί, χωρικοί κατέκλυσαν το νοσοκομείο, έχοντας ακούσει ότι ο Μουγιέμπε και ένας ακόμη γιατρός είχαν φτάσει από την Κινσάσα με φάρμακα. Καθώς έπαιρνε δείγματα αίματος, παρατήρησε ότι τα σημεία παρακέντησης αιμορραγούσαν υπερβολικά. Χρησιμοποιώντας μια μεταλλική ράβδο, συνέλεξε ιστό από το ήπαρ δύο νεκρών και διαπίστωσε ξανά ασυνήθιστα έντονη αιμορραγία. Ο Μουγιέμπε δεν διέθετε γάντια, πόσο μάλλον τις ειδικές στολές βιολογικής προστασίας που χρησιμοποιούνται σήμερα. Παρότι είχε μόνο μια αμυδρή ιδέα για τον τρόπο μετάδοσης της νόσου, έπλενε σχολαστικά τα χέρια του με σαπούνι και νερό- γεγονός που πιθανότατα του έσωσε τη ζωή.
Τα αποτελέσματα των βιοψιών δεν ήταν σαφή, έτσι έστειλε δείγμα αίματος μιας μοναχής στο Ινστιτούτο Τροπικής Ιατρικής της Αμβέρσας. Εκεί, ο 27χρονος τότε μικροβιολόγος Πίτερ Πιοτ άνοιξε ένα φτηνό μπλε πλαστικό δοχείο, μέσα στο οποίο υπήρχαν δύο φιαλίδια, το ένα από τα οποία είχε σπάσει κατά τη μεταφορά. Αργότερα, κοιτάζοντας στο μικροσκόπιο, ο Πιοτ- ο οποίος αργότερα θα ηγείτο της παγκόσμιας μάχης κατά του HIV– αντίκρισε έναν μακρύ, νηματοειδή ιό, τεράστιο σε σύγκριση με άλλους ιούς όπως η πολιομυελίτιδα.
"Τι στο καλό είναι αυτό;", αναρωτήθηκε ο επικεφαλής του εργαστηρίου.