Του Κώστα Ράπτη
Σε άρθρο του στους New York Times για την πρώτη επέτειο της εισβολής στο Καπιτώλιο την 6η Ιανουαρίου 2021, ο 97χρονος τότε (και πλέον εκλιπών) πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζίμι Κάρτερ, προειδοποιούσε ότι "δίχως άμεση ανάληψη δράσης, αντιμετωπίζουμε αυθεντική απειλή εμφύλιας σύγκρουσης και απώλειας της πολύτιμης δημοκρατίας μας". "Οι Αμερικανοί", πρόσθετε ο Κάρτερ, "πρέπει να παραμερίσουν τις διαφορές τους και να εργασθούν από κοινού πριν να είναι πια αργά".
Το είδος των εντάσεων που βλέπουμε να κορυφώνονται το τελευταίο διάστημα στη Μιννεάπολη (αλλά όχι μόνο αυτήν) μοιάζει να επαληθεύει αυτές τις προειδοποιήσεις.
Σύμφωνα με στοιχεία που τηρεί η Washington Post, είναι περίπου χίλιοι οι άνθρωποι που χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους στις ΗΠΑ από αστυνομικά πυρά. Πρόκειται για μία στατιστική η οποία αποκαλύπτει ότι και αυτή η μορφή βίας είναι κανονικοποιημένη, αν όχι νομιμοποιημένη, στην αμερικανική κοινωνία.
Ωστόσο, ο φόνος του 37χρονου νοσηλευτή εντατικής θεραπείας σε νοσοκομείο βετεράνων, Άλεξ Πρέττι, μετά από αλλεπάλληλους πυροβολισμούς που δέχθηκε ενώ ήταν καθηλωμένος στο έδαφος από οκτώ πράκτορες της αστυνομίας μετανάστευσης (ICE), αποτελεί για πολλούς Αμερικανούς (αλλά και για το διεθνές ακροατήριο) ενός είδους "διάβαση του Ρουβίκωνα". Πρόκειται άλλωστε για το δεύτερο, μέσα στον Ιανουάριο, αντίστοιχο περιστατικό στην ίδια πόλη, μετά τον τραγικό θάνατο της Ρενέ Γκουντ, η οποία πυροβολήθηκε στο πρόσωπο μέσα στο αμάξι της από πράκτορα του ICE, με τον οποίο λογομαχούσε. Και στις δύο περιπτώσεις, τα θύματα δεν διέθεταν τα στερεοτυπικά φυλετοποιημένα χαρακτηριστικά με τα οποία έχει ταυτιστεί η παραβατικότητα στον αμερικανικό κυρίαρχο λόγο, αλλά και στις δύο περιπτώσεις όλη η πολιτικο-υπηρεσιακή ιεραρχία, από τον πρόεδρο Τραμπ και κάτω, επιχείρησε τη μεταθανάτια δυσφήμιση και ενοχοποίησή τους, δίχως καν τα προσχήματα ότι κάτι πήγε στραβά και θα πρέπει να ελεγχθεί.