Του Κώστα Ράπτη
Οι έως τώρα συνομιλίες για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία κρίνονται παραγωγικές και μάλιστα πρόκειται να επαναληφθούν την ερχόμενη εβδομάδα. Ο κύκλος των ενδιαφερομένων να εισέλθουν σε μια διαδικασία διαλόγου με τη Ρωσία διευρύνεται, μετά τα σχετικά μηνύματα που εξέπεμψαν Ευρωπαίοι ηγέτες, με πρώτο τον Εμανουέλ Μακρόν. Η ουκρανική πλευρά δηλώνει, δια του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, πρόθυμη να θέσει σε δημοψήφισμα τυχόν ειρηνευτική συμφωνία, από κοινού με τη διενέργεια εκλογών την άνοιξη, εάν πάντως, όπως διευκρινίζει, έχει προκύψει εκεχειρία.
Θα έλεγε κανείς ότι ο αιματηρός κύκλος που άνοιξε το 2022 (αν όχι ήδη από το 2014) οδηγείται στο κλείσιμό του. Και όμως: τίποτε το απτό δεν προκύπτει μέχρι στιγμής. Γιατί;
Η πεζή απάντηση είναι ότι ο πόλεμος συνεχίζεται, διότι καμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές δεν έχει επιτύχει τους διακηρυγμένους στόχους της, ούτε και έχει οδηγηθεί στην εξάντληση, ώστε να εγκαταλείψει την πολεμική προσπάθεια.
Στην περίπτωση της Ρωσίας, αυτό συναρτάται προς το ότι η τελευταία τετραετία δεν επέφερε ούτε την πλήρη διπλωματική απομόνωση, ούτε την οικονομική κατάρρευση στην οποία απέβλεπε το τείχος κυρώσεων που όρθωσε απέναντί της η Δύση. Απεναντίας αποτέλεσε την βάση οικοδόμησης ενός μοντέλου πολεμικού κεϊνσιανισμού, που προς το παρόν αποδίδει πολιτικο-οικονομικά στο εσωτερικό. Επιπλέον, το αργόσυρτο μοντέλο διεξαγωγής πολέμου που ακολουθείται, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση επαγγελματιών στρατιωτών και ενισχύσεων από τη Βόρειο Κορέα μέχρι την... Αφρική, κρατά υπό έλεγχο τον αριθμό των απωλειών, που θα μπορούσε να αποδειχθεί απαγορευτικός για μία χώρα με τραυματικές πολεμικές μνήμες και σαφές δημογραφικό πρόβλημα.