Η Τεχεράνη αναμένεται να αποκομίσει δισεκατομμύρια δολάρια από την 60ήμερη αναστολή των αμερικανικών κυρώσεων που ανακοινώθηκε τη Δευτέρα. Ωστόσο, η άρση περισσότερων από τεσσάρων δεκαετιών περιορισμών συνεπάγεται νομικές, πολιτικές και εμπορικές προκλήσεις που ενδέχεται να χρειαστούν χρόνια για να ξεπεραστούν.
Το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο μια προσωρινή συμφωνία μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν μπορεί να μεταφραστεί σε μόνιμη οικονομική ανακούφιση, δεδομένης της πολυπλοκότητας του καθεστώτος κυρώσεων, το οποίο περιλαμβάνει αμερικανικούς νόμους, διεθνή μέτρα και ανησυχίες του ιδιωτικού τομέα.
Τα Ηνωμένα Έθνη, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν επιβάλει κυρώσεις, εμπορικά εμπάργκο και δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, λόγω του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της στήριξής του σε ένοπλες οργανώσεις στην ευρύτερη περιοχή, σύμφωνα με το Retuters.
Σύμφωνα με μνημόνιο κατανόησης 14 σημείων που υπεγράφη την περασμένη εβδομάδα μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η Ουάσιγκτον θα ξεκινήσει τη διαδικασία κατάργησης όλων των ειδών κυρώσεων, βάσει χρονοδιαγράμματος που θα καθοριστεί σε τελική συμφωνία εντός 60 ημερών, διάστημα που μπορεί να παραταθεί.
Τη Δευτέρα, το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε προσωρινή γενική άδεια που επιτρέπει την παραγωγή, μεταφορά και πώληση αργού πετρελαίου, καθώς και πετροχημικών και πετρελαϊκών προϊόντων ιρανικής προέλευσης έως τις 21 Αυγούστου.
Η άρση των υπόλοιπων κυρώσεων -εφόσον τελικά πραγματοποιηθεί- θα αποτελούσε μια δραστική μεταβολή της αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή, η οποία επί δεκαετίες επικεντρωνόταν στον περιορισμό της επιρροής του Ιράν και στη χρήση οικονομικής πίεσης για την αποδυνάμωση του θεοκρατικού του καθεστώτος.
Παράλληλα, θα ήταν μια δύσκολη διαδικασία, καθώς ορισμένα μέτρα απαιτούν εκτελεστικές ενέργειες από τον πρόεδρο, άλλα έγκριση από το Κογκρέσο, ενώ απαιτείται και στενός συντονισμός με τον ΟΗΕ και άλλες χώρες που έχουν επιβάλει δικές τους κυρώσεις. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις, που παραμένουν επιφυλακτικές έπειτα από δεκαετίες περιορισμών, θα μπορούσαν να περιορίσουν τον αντίκτυπο των αλλαγών.
"Υπάρχει ένα περίπλοκο πλέγμα κυρώσεων και δεν πρόκειται μόνο για προεδρικά διατάγματα, αλλά και για κυρώσεις που έχουν θεσπιστεί από το Κογκρέσο", δήλωσε ο Χουάν Ζαράτε, πρώην αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφάλειας για θέματα καταπολέμησης της τρομοκρατίας επί προεδρίας του Τζορτζ Ου. Μπους.
Το Κογκρέσο παραμένει επιφυλακτικό
Η Ουάσιγκτον επέβαλε για πρώτη φορά κυρώσεις στο Ιράν το 1979, όταν επαναστάτες φοιτητές κατέλαβαν την αμερικανική πρεσβεία στην Τεχεράνη και κράτησαν ομήρους Αμερικανούς διπλωμάτες.
Έκτοτε, το Κογκρέσο έχει ψηφίσει τουλάχιστον έξι νομοθετήματα κυρώσεων, ενώ οι πρόεδροι των ΗΠΑ έχουν εκδώσει σειρά εκτελεστικών διαταγμάτων που σχετίζονται με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τη στήριξή του σε οργανώσεις που οι ΗΠΑ χαρακτηρίζουν τρομοκρατικές, όπως η Χαμάς, η Χεζμπολάχ και οι Χούθι της Υεμένης.
Από τις αρχές του 2025, το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών έχει επιβάλει κυρώσεις σε περισσότερα από 1.000 πρόσωπα, πλοία και αεροσκάφη, σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου.
Η διαγραφή χιλιάδων οντοτήτων από τις λίστες κυρώσεων θα απαιτούσε από το OFAC τουλάχιστον έναν χρόνο, σύμφωνα με τον Τζέρεμι Πάνερ, εταίρο της δικηγορικής εταιρείας Hughes Hubbard & Reed και πρώην αξιωματούχο αρμόδιο για θέματα κυρώσεων.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να ανακαλέσει εκτελεστικά διατάγματα που αφορούν το Ιράν. Ωστόσο, ορισμένα μέτρα — συμπεριλαμβανομένων των κυρώσεων κατά της Χαμάς και της Χεζμπολάχ — προβλέπονται από τη νομοθεσία και θα πρέπει να καταργηθούν ή να τροποποιηθούν από το Κογκρέσο, όπου η προσωρινή συμφωνία έχει ήδη προκαλέσει έντονες δημόσιες επικρίσεις από Ρεπουμπλικανούς βουλευτές, συμπεριλαμβανομένων συμμάχων του Τραμπ.
Η ανατροπή ενός καθεστώτος κυρώσεων που έχει διαμορφωθεί επί 40 χρόνια θα είναι εξαιρετικά δύσκολη, πρόσθεσε ο Ματ Τσβάιγκ, διευθύνων σύμβουλος πολιτικής της FDD Action, του λόμπι που συνδέεται με το Ίδρυμα για την Υπεράσπιση των Δημοκρατιών.
"Οποιαδήποτε προσπάθεια συνολικής άρσης των πολλαπλών επιπέδων κυρώσεων θα είναι σαν να ξεφλουδίζεις ένα κρεμμύδι — εκθέτοντας την κυβέρνηση όχι μόνο σε νομικές πολυπλοκότητες αλλά και σε πολιτικούς κινδύνους", δήλωσε ο Ματ Τσβάιγκ, πρώην συνεργάτης της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Η άδεια που εκδόθηκε τη Δευτέρα θα μπορούσε, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, να αποφέρει στο Ιράν έως και 3 δισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε διάστημα δύο μηνών.
Το ποσό αυτό θα μπορούσε να αυξηθεί σε "τουλάχιστον δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια" εάν η άρση των κυρώσεων καταστεί μόνιμη, καθώς θα εξαλειφόταν η έκπτωση με την οποία πωλείται σήμερα το ιρανικό πετρέλαιο, η Τεχεράνη θα μπορούσε να πουλά και σε άλλους αγοραστές πέραν της Κίνας και οι εξαγωγές θα αυξάνονταν, σύμφωνα με τον Εντουαρντ Φίσμαν, ανώτερο ερευνητή του Council on Foreign Relations. Σήμερα, η Κίνα αγοράζει περίπου το 90% του ιρανικού πετρελαίου, παρά τις κυρώσεις.
Η νέα άδεια είναι ευρύτερη από εκείνη που εκδόθηκε τον Μάρτιο, καθώς προβλέπει την κάλυψη όχι μόνο του πετρελαίου και των πετρελαϊκών προϊόντων, αλλά και των τραπεζικών, ασφαλιστικών και μεταφορικών υπηρεσιών που σχετίζονται με το εμπόριο πετρελαίου, δίνοντας στην Τεχεράνη ταχύτερη πρόσβαση στα έσοδά της.
"Υπάρχουν αρκετά δύσκολα ζητήματα που εμπλέκονται", δήλωσε η Στέφανι Κόνορ, πρώην αξιωματούχος του OFAC και σήμερα εταίρος στη δικηγορική εταιρεία Holland & Knight, προσθέτοντας ότι η άρση των κυρώσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε ροή κεφαλαίων προς οργανώσεις που οι ΗΠΑ θεωρούν απειλή.
"Θα επιτρέψουμε πραγματικά να αρχίσουν να ρέουν χρήματα προς τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν;", διερωτήθηκε, αναφερόμενη στους Φρουρούς της Επανάστασης, την ισχυρή παραστρατιωτική δύναμη που οι ΗΠΑ έχουν χαρακτηρίσει ξένη τρομοκρατική οργάνωση.
Επιφυλακτικές οι επιχειρήσεις
Τράπεζες, πετρελαϊκές εταιρείες και ασφαλιστικοί οργανισμοί θα βρεθούν αντιμέτωποι με μεταβαλλόμενους κανονισμούς, αυστηρότερους ελέγχους συμμόρφωσης και κινδύνους παράκαμψης κυρώσεων που συνδέονται με τις σχέσεις του Ιράν με χώρες όπως η Κίνα, η Βόρεια Κορέα και η Ρωσία. Παράλληλα, εξακολουθούν να ισχύουν ξεχωριστές κυρώσεις από το Ηνωμένο Βασίλειο, τον ΟΗΕ, την ΕΕ και άλλους φορείς.
"Έχουμε ουσιαστικά εκπαιδεύσει τις αγορές να θεωρούν υψηλού κινδύνου τις συναλλαγές με ή μέσω του Ιράν. Δεν μπορείς απλώς να πατήσεις έναν διακόπτη και να πεις: "τώρα είναι εντάξει να κάνετε δουλειές με το Ιράν”", δήλωσε ο Χουάν Ζαράτε.
Οι εταιρείες που θα συναλλάσσονται με το Ιράν θα εξακολουθούν επίσης να αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο αγωγών από θύματα τρομοκρατικών επιθέσεων, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να στραφούν νομικά κατά επενδυτών και επιχειρήσεων για παροχή υποστήριξης σε χαρακτηρισμένες οργανώσεις βάσει του νόμου Justice Against Sponsors of Terrorism Act του 2016, ο οποίος, σύμφωνα με συνεργάτες του Κογκρέσου, είναι απίθανο να καταργηθεί.
Λόγω αυτών των κινδύνων, πολλές εταιρείες ενδέχεται να αποφύγουν να δραστηριοποιηθούν στο Ιράν, ώστε να μην εκτεθούν σε νομικούς και κινδύνους φήμης, όσο η σημερινή ιρανική κυβέρνηση παραμένει στην εξουσία, δήλωσε ο Μπρετ Έρικσον, στέλεχος της εταιρείας συμβούλων κινδύνου Obsidian Risk Advisors.
"Δεν πρόκειται να δούμε μαζικές επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων μέχρι να παγιωθεί πολύ περισσότερο η κατάσταση και να υπάρξει πολιτική σταθερότητα", ανέφερε. "Υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος μπροστά".