Του Κώστα Ράπτη
Για τα κράτη που διαδοχικά περιέλαβε στους κόλπους της, η ΕΟΚ (μετέπειτα Ευρωπαϊκή Ένωση) αντιπροσώπευε μια τριπλή επαγγελία: ειρήνης, ευημερίας και εμπέδωσης της δημοκρατίας.
Όμως στον ευρωπαϊκό Βορρά, η ευημερία ήταν προ πολλού εξασφαλισμένη (χάρη και στο ισχυρό κοινωνικό κράτος), οι εμπειρίες από τον Β' Παγκόσμιο και τον Ψυχρό Πόλεμο διαφορετικές από αυτές της υπόλοιπης ηπείρου, η δημοκρατία ήταν ανθηρή, αλλά και η πολιτισμική αυτοπεποίθηση ισχυρή. Εξ ου και η ευρωπαϊκή προοπτική αντιμετωπιζόταν με έναν ρεαλισμό που δεν επέτρεπε τον εύκολο ενθουσιασμό.
Η Νορβηγία απέρριψε δύο φορές σε δημοψήφισμα την προοπτική ένταξης στην ΕΟΚ/Ε.Ε., ενώ η Δανία καταψήφισε αρχικώς τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και κρατήθηκε, όπως και η Σουηδία, εκτός του κοινού νομίσματος. Η αρνητική ψήφος των Ισλανδών στην επανέναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε. εντάσσεται σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο.
Ως συμμετέχουσα στον Χώρο Schengen και στην κοινή αγορά διά του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, η Ισλανδία υλοποιεί περίπου το 75% του κοινοτικού κεκτημένου και επωφελείται όλων των πλεονεκτημάτων της ευρωπαϊκής ενοποίησης, πλην της συμμετοχής στα πολιτικά όργανα, όπου όμως η αρχή της ομοφωνίας έχει δραστικά περιοριστεί και η φωνή των μικρών κρατών-μελών διαρκώς υποχωρεί. Και προφανώς δεν αναμένει η Ισλανδία από την Ε.Ε., όπως λ.χ. οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, είτε να την τροφοδοτήσει με διαρθρωτικά κονδύλια είτε να τη βοηθήσει στην κυριαρχία του κράτους δικαίου και την καταπολέμηση της διαφθοράς.