Του Κώστα Ράπτη
Από την προαναγγελία το Σαββατοκύριακο της συνυπογραφής ενός ιρανο-αμερικανικού μνημονίου ως άμεσα επικείμενης στα αμερικανικά στρατιωτικά πλήγματα εναντίον εκτοξευτήρων πυραύλων και σκαφών πόντισης ναρκών του Ιράν την Δευτέρα. Η κίνηση του εκκρεμούς στον Περσικό Κόλπο εξακολουθεί να είναι φρενήρης.
Οι τελευταίες επιθέσεις αποτυπώνουν την βούληση των ΗΠΑ να διαπραγματευθούν από θέση ισχύος, μη ανεχόμενες τακτικές "σκιώδους πολέμου” από ιρανικής πλευράς.
Αποτυπώνουν όμως και ένα βαθύτερο αδιέξοδο, το οποίο αφήνει ως μόνη διαθέσιμη τακτική την διαρκή εξαγορά χρόνου, με κατά καιρούς κινήσεις κατευνασμού των αγορών, στην προοπτική επίτευξης μιας συμφωνίας, η οποία ωστόσο είναι επί της ουσίας ανέφικτη.
Οι έξι εβδομάδες της ενεργού πολεμικής αντιπαράθεσης κατέδειξαν ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν στρατιωτική λύση απέναντι στην πρόκληση που συνιστά η Ισλαμική Δημοκρατία – και οι κατοπινές έξι εβδομάδες επισφαλούς κατάπαυσης του πυρός δεν άλλαξαν την εικόνα. Πόσω μάλλον που από τους New York Times και το CNN πληροφορηθήκαμε ενδιαμέσως ότι οι βλάβες στις αμερικανικές εγκαταστάσεις στην περιοχή υπήρξαν μεγαλύτερες του αρχικώς ανακοινωθέντος, αλλά και ότι οι ιρανικές στρατιωτικές διασώθηκαν (ή αποκαταστάθηκαν) σε βαθμό μεγαλύτερο του νομιζομένου.
Αν η στρατιωτική λύση δεν προσφέρεται, η διπλωματική λύση δεν είναι, ωστόσο, περισσότερο διαθέσιμη. Υπ' αυτή την έννοια, οι ΗΠΑ "έχασαν” την περίοδο της ηρεμίας, όσο και κατά την περίοδο της ανταλλαγής πυρών.
Και δεν είναι διαθέσιμη η διπλωματική λύση, καταρχήν διότι οι ΗΠΑ έχουν τραυματίσει την ίδια την έννοια της διπλωματίας, "σκίζοντας” το 2018 τη συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα την οποία είχαν συνυπογράψει το 2015 και εξαπολύοντας δις (το 2025 και το 2026) στρατιωτική επίθεση κατά του Ιράν, εν μέσω συνομιλιών, οι οποίες μάλιστα φέρονταν να καταγράφουν πρόοδο.
Σχετικά, οι Ρώσοι έχουν πλάσει τον όρο nedogovorospasobnost' (ανικανότητα σύναψης συμφωνίας) προκειμένου να περιγράψουν την αμερικανική στάση.
Επιπλέον, η κυρίαρχη αντίληψη περί αμερικανικού γοήτρου αποτρέπει την καταγραφή σε κάποιο κείμενο συμφωνίας οποιασδήποτε παραχώρησης προς τον αντίπαλο – πόσω μάλλον όταν αυτός την έχει αποσπάσει δια των όπλων, όπως στα Στενά του Ορμούζ. Είναι από αυτή την άποψη καλύτερο να διαιωνίζεται η τεταμένη ασάφεια – δηλ. το να εμφανίζεσαι διπλωματικά αναξιόπιστος, παρά να αποκαλύπτεσαι στρατιωτικά αναξιόπιστος.
Αλλά το κυριότερο πρόβλημα εν προκειμένω συνίσταται στο ότι οι ΗΠΑ δεν είναι... αυτόνομος παίκτης. Το είδος της "ειδικής σχέσης” που έχουν εγκαθιδρύσει με το Ισραήλ προσφέρει ένα άτυπο βέτο στον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, το οποίο και ασκήθηκε για άλλη μία φορά, όταν μετά την τηλεφωνική του επικοινωνία με τον Τραμπ πληροφορηθήκαμε ότι παραμένει η απαίτηση για πλήρη κατάργηση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, αλλά και η κατοχύρωση του δικαιώματος του Ισραήλ να "αμύνεται” στον Λίβανο. Αμφότερα αποτελούν συνταγή βέβαιης ακύρωσης της προοπτικής σύναψης συμφωνίας με το Ιράν.
Αντ' αυτών ο Ντόναλντ Τραμπ προέβαλε την απαίτηση προς τα αραβικά κράτη να προσχωρήσουν στις Συμφωνίες του Αβραάμ για εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ. Υπενθυμίζεται ότι η σημαντικότερη μεταξύ των μοναρχιών, η Σαουδική Αραβία εξαρτά απολύτως την προοπτική εξομάλυνσης των σχέσεων με το Ισραήλ από τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους.
Με άλλα λόγια, απέναντι στο ενωμένο μέτωπο των παραδοσιακών φίλων των ΗΠΑ στην περιοχή, οι οποίοι και πίεσαν για τον τερματισμό του πολέμου μέσω συμφωνίας, ο Τραμπ αντιτείνει την εκβιαστική προβολή των προτεραιοτήτων έτερου, περισσότερο προνομιούχου "πελάτη”. Εκβιαστική, διότι σε ενδεχόμενη επανάληψη των εχθροπραξιών σε μεγάλη κλίμακα είναι ακριβώς αυτοί οι σύμμαχοι που θα υποφέρουν από τα ιρανικά αντίμετρα. Δεν πρόκειται ασφαλώς για τακτική που εγγυάται τη μακροημέρευση της αραβο-αμερικανικής συμμαχίας.