Του Κώστα Ράπτη
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε (μέσω Truth Social, ασφαλώς) ότι αναβάλλει τη "συντριπτική” στρατιωτική ενέργεια που "προγραμμάτιζε” για σήμερα εναντίον του Ιράν, εισακούοντας τις επίμονες εκκλήσεις των συμμάχων του, ηγετών της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, να δοθεί μία ακόμη ευκαιρία στη διπλωματία.
Θα μπορούσε, πολύ ειλικρινέστερα, να επικαλεστεί τις επιφυλάξεις των δικών του στρατηγών – προτίμησε, ωστόσο, για λόγους αμερικανικού γοήτρου, να αποδώσει τους δισταγμούς σε τρίτους παίκτες, οι οποίοι, αντιμετωπιζόμενοι ως τελείως αναλώσιμοι, είναι κατάλληλοι και για αυτόν τον ρόλο.
Το γιατί οι αραβικές μοναρχίες δεν ενθαρρύνουν την επανάληψη των εχθροπραξιών είναι, άλλωστε, αποκαλυπτικό: έχει να κάνει με τη συνειδητοποίηση της ευαλωτότητάς τους απέναντι στα ιρανικά αντίμετρα, της ανεπάρκειας της σχετικής αμερικανικής προστασίας και της απροθυμίας τους να πληρώνουν το κόστος επιλογών που λαμβάνονται ερήμην τους. Υπ’ αυτή την έννοια, παρακολουθούμε όχι τη σύσφιξη των σχέσεων των ΗΠΑ με τους παραδοσιακούς συμμάχους τους στην περιοχή, αλλά τη διεύρυνση της μεταξύ τους απόστασης.
Σε κάθε περίπτωση, τόσο η "συντριπτική” αμερικανική επίθεση όσο και η ανάκλησή της εκτυλίσσονται αποκλειστικά στη σφαίρα της τραμπικής ρητορικής. Ανήκουν σε ό,τι οι γραμματικοί αποκαλούν υποθετικό λόγο του μη πραγματικού. Πλησιέστερα στην πραγματικότητα μάς φέρνουν οι εκ των υστέρων αποκαλύψεις των New York Times και άλλων αμερικανικών μέσων, ότι αφενός η ζημιά που έφερε ο "Πόλεμος του Ραμαζανιού” στις αμερικανικές εγκαταστάσεις στην περιοχή υπήρξε μεγαλύτερη του αρχικώς γνωστοποιηθέντος και ότι, αφετέρου, οι πυραυλικές και λοιπές στρατιωτικές δυνατότητες που διατηρεί αλώβητες το Ιράν είναι αρκετά περισσότερες του θρυλουμένου.
Ο Ισραηλινός στρατηγικός αναλυτής Ντάνι Σιτρίνοβιτς σχολιάζει στο Χ:
"Η ιρανική αποτροπή προς τα κράτη του Κόλπου φαίνεται να λειτουργεί. Οι πρωτεύουσες του Κόλπου φαίνεται όλο και περισσότερο να υποθέτουν ότι ούτε οι δικές τους δυνατότητες ούτε αυτές των Ηνωμένων Πολιτειών μπορούν να αποτρέψουν πλήρως μια μεγάλης κλίμακας ιρανική αντίδραση ή μια περιφερειακή κλιμάκωση. Αυτή η αντίληψη συνεχίζει να διαμορφώνει τη στρατηγική τους συμπεριφορά.
Μετά από σημαντική απογοήτευση στον Κόλπο για τις αποφάσεις να προχωρήσουν σε αντιπαράθεση χωρίς ουσιαστική διαβούλευση, η συντονισμένη πίεση που ασκείται τώρα στον πρόεδρο Τραμπ μπορεί να υποδηλώνει ότι τα κράτη του Κόλπου ανακτούν μέρος της επιρροής τους στην Ουάσινγκτον. Οι περιφερειακοί παράγοντες θέλουν σαφώς μεγαλύτερο ρόλο στη διαμόρφωση του ρυθμού και του εύρους οποιασδήποτε μελλοντικής κλιμάκωσης με την Τεχεράνη.
Το κεντρικό πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι προς το παρόν αυτό μοιάζει περισσότερο με τακτική αναβολή παρά με στρατηγική μετατόπιση. Εκτός εάν οι διαπραγματεύσεις προχωρήσουν προς έναν ουσιαστικό συμβιβασμό (κάτι για το οποίο η ίδια η Τεχεράνη μπορεί να μην ενδιαφέρεται, δεδομένης της προτίμησής της για μια συμφωνία με τους δικούς της όρους), το ίδιο δίλημμα είναι πιθανό να επιστρέψει στον πρόεδρο Τραμπ με ακόμη μεγαλύτερη ένταση στο μέλλον.
Εάν οι εχθροπραξίες επαναληφθούν, το ζήτημα των επιθέσεων στις ενεργειακές υποδομές πιθανότατα θα γίνει ο κεντρικός άξονας κλιμάκωσης μεταξύ των πλευρών. Η ευπάθεια των περιφερειακών ενεργειακών πόρων παραμένει ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία πίεσης στην αρχιτεκτονική ασφάλειας του Κόλπου.
Τελικά, παρά τη ρητορική, η κυρίαρχη προτεραιότητα των κρατών του Κόλπου παραμένει η αποτροπή της κλιμάκωσης και η μη ενθάρρυνση της Ουάσιγκτον να επιδιώξει μια ευρύτερη αντιπαράθεση με την Τεχεράνη. Υπάρχει αυξανόμενη αναγνώριση σε όλη την περιοχή ότι το ιρανικό καθεστώς έχει επιβιώσει από την τρέχουσα εκστρατεία και ότι η πρόσθετη στρατιωτική δράση ενδέχεται να μην βελτιώσει ουσιαστικά τη στρατηγική εικόνα”.