Εφέτος η πολιτικο-κοινωνική οργάνωση «ΟΜΟΝΟΙΑ» της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας κλείνει 35 χρόνια. 35 χρόνια αγώνα για την κατοχύρωση και διασφάλιση των Δικαιωμάτων και Ελευθεριών της Ε.Ε.Μ., προσπαθειών για την διαφύλαξη και καλλιέργεια της εθνικής μας ταυτότητας, ανοδικής πορείας, συσπείρωσης όλων των Ελλήνων στους κόλπους της, αναγνώρισης εντός κι εκτός της χώρας, συνεργασίας με βάση τις αρχές της ισοτιμίας, ισονομίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στις 11 Ιανουάριου 1991, όταν στην Αλβανία το δικτατορικό καθεστώς προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κρατηθεί στη ζωή, μια ομάδα αποφασισμένων και θαρραλέων διανοουμένων, γέννημα και θρέμμα αυτού του τόπου, έκαναν το ιστορικό βήμα. Ίδρυσαν τη δική τους οργάνωση, την οργάνωση της Ε. Ε. Μ., κάνοντας πραγματικότητα έναν πόθο συγκεντρωμένο μέσα στις καρδιές όλων των Ελλήνων, όλων εκείνων που θυσιάστηκαν, που φυλακίστηκαν κι εξορίστηκαν, που εκτελέστηκαν και χάθηκαν χωρίς ίχνος, χωρίς τάφο, χωρίς όνομα.
Στις 22 Φεβρουαρίου ο Υπουργός Δικαιοσύνης της Αλβανίας παραδίδει την απόφαση της ίδρυσης. Ο αντίλαλος εξαπλώθηκε σαν το Πασχαλιάτικο άρωμα στον βορειοηπειρωτικό χώρο, σαν κεραυνός στους εθνικιστικούς κύκλους. Για πρώτη φορά οι Βορειοηπειρώτες κοιτάχτηκαν στα μάτια. Μέσα τους ξύπνησαν τα μαθήματα των προγόνων τους, η αγάπη για τους τυραννισμένους συμπατριώτες τους, η επιθυμία για ένα καλύτερο αύριο.
Στις 24 Φεβρουαρίου, με την παρουσία αντιπροσώπων σχεδόν απ' όλα τα χωριά της Δρόπολης, στη Δερβιτσιάνη έγινε ο μεγαλύτερος πανηγυρισμός. Τέσσερις μέρες αργότερα στους Γεωργουτσάτες πραγματοποιείται το πρώτο ειρηνικό συλλαλητήριο. Η χαρά απερίγραπτη. Η λαοθάλασσα είχε γεμίσει όλη την πλατεία. Από δρόμους και σπίτια ο κόσμος χαρούμενος και περίεργος παρακολουθούσε τι θα γίνει. Τα μεγάφωνα αχούσαν ελληνικά, πράγμα πρωτοφανές και θαρραλέο.
Η ίδρυση της ΟΜΟΝΟΙΑΣ ήταν μια αναγκαιότητα. Αυτή αναπτέρωσε τις ελπίδες των πολυβασανισμένων και καταπιεσμένων, από το δικτατορικό καθεστώς, Βορειοηπειρωτών, για ένα καλύτερο μέλλον που θα εκπλήρωνε τους πόθους των παππούδων και προπαππούδων τους.
«Η ΟΜΟΝΟΙΑ ιδρύεται για να εκπληρώσει ένα ιερό ιδανικό, να δυναμώσει το εθνικό και δημοκρατικό φρόνημα, να υπερασπίσει με δημοκρατικά μέσα την εθνική ταυτότητα και τα δικαιώματα των Ελλήνων της Μειονότητας, όπου κι αν βρίσκονται, τα οποία προβλέπονται στο νέο αλβανικό Σύνταγμα και στα βασικά διεθνή ντοκουμέντα για τις εθνικές μειονότητες…», αναφέρεται στην πρώτη έκκληση της Ομάδας Πρωτοβουλίας για την ίδρυση της οργάνωσης. Η «ΟΜΟΝΟΙΑ» με ταχείς ρυθμούς εξαπλώθηκε σ' ολόκληρη την Αλβανία και μπόρεσε να συσπειρώσει γύρω της όλους τους Έλληνες, να αναζωπυρώσει μέσα τους το εθνικό τους φρόνημα.
Την 31η Μαρτίου 1991 με προεδρικό διάταγμα αποφασίστηκε να διεξαχθούν οι πρώτες ελεύθερες εκλογές για την 12η Νομοθετική Σύνοδο της Λαϊκής Βουλής. Παρά την αναγνώριση της ΟΜΟΝΟΙΑΣ ως μια πολιτικο-κοινωνική οργάνωση, που βάσει νόμου είχε το δικαίωμα να κατεβάζει δικούς της υποψηφίους στις εκλογές εσκεμμένα οι αλβανικές Αρχές -ξεκινώντας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας- που κουβαλούσαν την νοοτροπία του χθες, αλλά και πιο πολύ την εθνικιστική τους αντίληψη για την «Ομόνοια» και την Ε.Ε. Μειονότητα γενικά, πρόβαλλαν εμπόδια και πιέσεις ώστε η οργάνωση να μην αναγνωριστεί ως εκλογικό υποκείμενο, άρα να μην αντιπροσωπεύεται στην αλβανική Βουλή με τους δικούς της βουλευτές.
Ο Μενέλαος Β. Δαλιάνης, τότε μέλος του Συμβουλίου Προεδρίας, στο βιβλίο του «Οι μέρες της μεγάλης ανατροπής» για το γεγονός αυτό γράφει: «…Στο τέλος της σύσκεψης ο Πρόεδρος Αλία μου είπε ότι δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή η απαίτηση της ΟΜΟΝΟΙΑΣ να κατεβάσει στις βουλευτικές εκλογές δικούς της υποψηφίους. Δεν είναι καθόλου απίθανο, πρόσθεσε αυτός, να ζητήσει αύριο η «ΟΜΟΝΟΙΑ» να αναρτήσει και την ελληνική σημαία.
Απ' αυτά που είπε ο Πρόεδρος Αλία, φάνηκε ξεκάθαρα ότι η προσπάθεια να μην επιτραπεί στην «ΟΜΟΝΟΙΑ» να κατεβάσει τους υποψηφίους βουλευτές δεν είχε σχέση με το γεγονός ότι και άλλες οργανώσεις θα ζητούσαν το ίδιο πράγμα -αυτό ήταν το πρόσχημα- αλλά με την ανεπιθύμητη προοπτική της ενεργούς συσπείρωσης των δυνάμεων του λαού της Ε.Ε. Μειονότητας γύρω από την δυναμική οργάνωση στον αγώνα για την διεκδίκηση και κατοχύρωσή όλων των εθνικώντου δικαιωμάτων, το σεβασμό και ανάπτυξη της ελληνικής ταυτότητας και την αναγνώριση τής ιδιαιτερότητας της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας στα πλαίσια του δημοκρατικού Αλβανικού Κράτους…
Η αντιπροσωπία της Ομόνοιας ζήτησε, εκτός από τους υποψήφιους βουλευτές στις επαρχίες της Ε.Ε. Μειονότητας, να κατεβάσει υποψηφίους και στις πόλεις του Αργυροκάστρου και Αγίων Σαράντα. Ο Ρ. Μεϊντάνι, Πρόεδρος της Εφορευτικής Επιτροπής, ανακοίνωσε ότι οι υποψήφιοι βουλευτές της ΟΜΟΝΟΙΑΣ στις περιοχές της Ε.Ε. Μειονότητας εγκρίνονται. Η απαίτηση να κατεβάσει υποψηφίους βουλευτές στις πόλεις Αργυροκάστρου και Αγίων Σαράντα απερρίφθη.
Στις πρώτες ελεύθερες εκλογές, που έγιναν την 31η Μαρτίου 1991, η Ε.Ε.Μ. ανάδειξε πέντε βουλευτές, όταν ο ίδιος ο Ραμίζ Αλία έχασε στην παραδοσιακή εκλογική περιφέρεια, όπου είχε ιδρυθεί το ΚΚ Αλβανίας και όπου η νίκη του εθεωρείτο δεδομένη.
Η δράση της Ομόνοιας εντείνεται. Άρχισαν οι επαφές και οι διαβουλεύσεις τόσο με την αλβανική όσο και με την ελληνική Κυβέρνηση. Αυτή η δράση της φόβισε κάποιους και τον Ιανουάριο 1992 ψηφίζεται ο εκλογικός νόμος ο οποίος δεν αναγνωρίζει την «Ομόνοια» ως εκλογικό υποκείμενο στις δεύτερες πλουραλιστικές εκλογές, της 22ας Μαρτίου 1992, αφαιρώντας έτσι το δικαίωμα της ΕΕΜ ν' αντιπροσωπευτεί στην αλβανική βουλή.
Παρά τη διεθνή πίεση δεν υπήρξε αλλαγή του εκλογικού νόμου,. Στις 8 Φεβρουαρίου κατατέθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Αλβανίας, ύστερα από μεγάλες προσπάθειες, αίτηση για την έγκριση πολιτικού κόμματος με την ονομασία «Ένωση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα». Στις 24 Φεβρουαρίου της ίδιας χρονιάς το Υπουργείο Δικαιοσύνης ενέκρινε το κόμμα ΕΑΔ που στήριξαν η «Ομόνοια», ο ελληνικός πληθυσμός σε όλη την Αλβανία και οι Βλάχοι και αναδείξαμε δύο βουλευτές. Ενώ στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης της ίδιας χρονιάς βγήκαν τρεις νομάρχες, δύο δήμαρχοι, εννέα έπαρχοι και πάρα πολλοί νομαρχιακού, δημοτικοί και επαρχιακοί σύμβουλοι.
Τα υπομνήματα, οι δηλώσεις, οι διαμαρτυρίες, σε τακτά χρονικά διαστήματα, εντός κι εκτός χώρας, έδειχναν τον παλμό της «Ομόνοιας». Έδειχναν την σοβαρότητα, την διορατικότητα, την αγωνιστικότητα. Αποκορύφωμα αυτών το Ψήφισμα του 1993, με 12 αιτήματα για το οποίο έγιναν συναντήσεις με όλα τα αλβανικά κόμματα, την αλβανική ηγεσία και στάλθηκε σε όλους τους φορείς.
Σ' αυτά τα χρόνια της ύπαρξής της η «ΟMONOIA» δεν έπαψε να αγωνίζεται για την εκπλήρωση των στόχων της. Μπορεί αυτός ο αγώνας να ήταν πότε πιο έντονος, πότε πιο ήπιος, αλλά ποτέ δεν σταμάτησε.
Ας θυμηθούμε: Τα τεράστια συλλαλητήρια της 13ης Οκτωβρίου 1991 και της 23ης Φεβρουαρίου 1992 στους Αγίους Σαράντα και της 10ης Αυγούστου 1992 στο Αργυρόκαστρο, για το άνοιγμα ελληνικών σχολείων στις πόλεις Αγίων Σαράντα, Δελβίνου και Αργυροκάστρου και στα χωριά με μεικτό πληθυσμό: Εξαμίλια, Μετόχι, Μπίστρισσα και ΜΤΣ. Την αποχή μαθητών και δασκάλων από τα μαθήματα, σε όλα τα σχολεία της Ελληνικής Κοινότητάς μας, τα «άνομα» σχολεία που λειτουργούσαν στα γραφεία της Ομόνοιας των τριών νομών από εθελοντές δασκάλους, την βία των αστυνομικών κατά αυτών και τα πρόστιμα στους γονείς, οι οποίοι τ' αντιμετώπιζαν με το κεφάλι ψηλά. Αυτά έφεραν ως αποτέλεσμα το άνοιγμα των πρώτων ελληνικών τάξεων στις πόλεις και στα χωριά που αναφέραμε.
Ας θυμηθούμε το μέγιστο συλλαλητήριο του 1993 ως διαμαρτυρία για την απέλαση του Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομου Μαϊδώνη, που ήταν φυσικά κι ένα χτύπημα κατά της Ορθοδοξίας. Τα υπομνήματα και οι διαμαρτυρίες ανάγκασαν το Συμβούλιο της Ευρώπης και τον ΟΑΣΕ να επισκεφτεί τον χώρο μας. Στις 23 Ιουλίου 1993 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκδωσε το Ψήφισμα για Πολιτιστική και Θρησκευτική Αυτονομία της Ελληνόφωνης Μειονότητας στην Αλβανία.
Στις 27 Αυγούστου 1993 οι Χιμαριώτες στέλνουν στον Ύπατο Αρμοστή του ΟΑΣΕ, κ. Βαν Ντε Στουλ, μια μακρά επιστολή με τα αιτήματά τους, όπου προείχε το αίτημα της εθνικότητας, αλλά οι εκάστοτε αλβανικές κυβερνήσεις είναι ανένδοτες, πράγμα που το είδαμε στην πορεία με την αναγνώριση της εθνικότητας των κατοίκων της, την μη έγκριση για την λειτουργία δημόσιου σχολείου στην ελληνική γλώσσα, την δολοφονία του Αριστοτέλη Γκούμα με το «αμάρτημά του» που μιλούσε την μητρική γλώσσα, τη φυλάκιση του εκλεγμένου Δημάρχου Φρέντη Μπελέρη.
Οι πιέσεις από εθνικιστικούς κύκλους διαμόρφωσαν ένα αντιομονοιακό, ανθελληνικό κλίμα στη χώρα. Προετοίμαζαν το έδαφος, διαμόρφωναν το περιβάλλον ώστε την «Ομόνοια» να την στραγγαλίσουν, να την διαλύσουν.
Καταστρέφουν τα γραφεία της στους Αγίους Σαράντα και Αργυρόκαστρο, καίνε τα καταστήματα των Ελλήνων εμπόρων, για να δοθεί το μεγάλο χτύπημα τον Απρίλιο 1994. Μια βολή που σήκωσε μέσα στη νύχτα απ' το φαγητό και το κρεβάτι δεκάδες Έλληνες της Αλβανίας και τους οδήγησε στα κρατητήρια. Που έβαλε στο εδώλιο του κατηγορούμενου και δίκασε πέντε ηγέτες της «ΟΜΟΝΟΙΑΣ» με την κατηγορία, όπως τόνισε ο αείμνηστος Θοδωρής Βεζιάνης την ημέρα της δίκης: «Σήμερα εμείς βρισκόμαστε στο εδώλιο του κατηγορούμενου και δικαζόμαστε όχι γιατί διαπράξαμε κάποιο έγκλημα, αλλά απλώς επειδή είμαστε Έλληνες».
Το 1997 η «ΟΜΟΝΟΙΑ» και ο Ελληνισμός ξαναδοκιμάστηκαν πάλι σκληρά, από την εξέγερση του Νότου. Όμως και σ' αυτή τη στιγμή η οργάνωση έδειξε πολιτική ωριμότητα παίρνοντας από τις πρώτες ώρες υπεύθυνη και ξεκάθαρη θέση για την αποφυγή της κρίσης. Προσπάθησε να ελαχιστοποιήσει τις απώλειες μιας τέτοιας πρωτοφανούς αναρχίας, ν' ανοίξει και δρόμο αναβαθμισμένης πολιτικής συμμετοχής.
Χάρη σ' αυτές τις δράσεις η «ΟΜΟΝΟΙΑ», ο Ελληνισμός βγήκαν ξανά δυνατοί. Και βγήκαν δυνατοί γιατί η «Ομόνοια» ανέβασε το κύρος και την υπόληψή της διαμέσου της πολιτισμένης εμφάνισης και των δημοκρατικών μορφών απαίτησης των δικαιωμάτων και προστασίας των συμφερόντων της, όχι μόνον στο αλβανικό αλλά και στα ευρωπαϊκά πλαίσια.
Το 2000, βάσει των διαμαρτυριών της «ΟΜΟΝΟΙΑΣ», γίνεται θρύψαλα η μάσκα της αλβανικής νοθείας και βίας, τοποθετείται στο τραπέζι των ευρωβουλευτών ο φάκελος Χιμάρα. Καταπέλτης η Έκθεση των Διεθνών παρατηρητών, για πρώτη φορά το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναφέρεται στην έκθεσή του για την καταπάτηση των δικαιωμάτων της Ε Ε Μ. Το Συμβούλιο της Ευρώπης επισημάνει: «Στη Χιμάρα που ζει ελληνόφωνη Μειονότητα, το τέλος της καμπάνιας σημαδεύτηκε από εθνικιστικές ρητορικές, έλαβαν χώρο σοβαρές παρατυπίες».
«Παρότι δεν υπάρχουν πρόσφατες επίσημες στατιστικές σχετικά με το μέγεθος των διάφορων εθνικών κοινοτήτων η Ελληνική κοινότητα είναι αρτιότερα οργανωμένη και απολαμβάνει τη μεγαλύτερη προσοχή και στήριξη από το εξωτερικό...», τονίζεται στην ετήσια έκθεση του Αμερικανικού ΥΠΕΞ, για τις εθνικές και φυλετικές μειονότητες.
«Η οργάνωση «ΟΜΟΝΟΙΑ», αποτελεί τον μοναδικό φορέα έκφρασης του Ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου. Και σύστασή μου είναι να μείνετε ενωμένοι, όλοι σφιχτά με την «ΟΜΟΝΟΙΑ». Την «ΟΜΟΝΟΙΑ» και τα μάτια σας», η παρακαταθήκη του μακαριστού Σεβαστιανού. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια βλέπουμε μια αποδυνάμωση της οργάνωσης, μία ύφεση και υποβάθμιση.
***
Πάγιο αίτημά μας ήταν και πρέπει να είναι: Ν' αναβαθμίσουμε αυτόν τον τόπο και να ξαναεπιστρέψουν οι δικοί μας άνθρωποι. Αυτό απαιτούν οι καιροί, το απαιτεί ο Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός, το απαιτεί το εθνικό μας χρέος. Κι αυτό θα γίνει με μια νέα, ενιαία «ΟΜΟΝΟΙΑ».
* Ο Βαγγέλης Παπαχρήστος είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και ένα από τα ιδρυτικά μέλη της οργάνωσης «Ομόνοια»